μελαγχολία


μελαγχολία
[мэланхолиа] ουσ. Θ. меланхолия.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μελαγχολία" в других словарях:

  • μελαγχολία — μελαγχολίᾱ , μελαγχολία atrabiliousness fem nom/voc/acc dual μελαγχολίᾱ , μελαγχολία atrabiliousness fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαγχολία — Σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από συνεχή και επίμονη θλίψη, υπερβολική και ανεξήγητη με βάση τους εξωτερικούς παράγοντες, από ελάττωση όλων των ψυχικών λειτουργιών, από αίσθημα ανικανότητας, ανεπάρκειας και ενοχής, από τάση αυτοκαταστροφής που σε… …   Dictionary of Greek

  • μελαγχολίᾳ — μελαγχολίαι , μελαγχολία atrabiliousness fem nom/voc pl μελαγχολίᾱͅ , μελαγχολία atrabiliousness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαγχολία — η διαρκής και επίμονη θλίψη: Μετά το διαζύγιο έπεσε σε μελαγχολία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μελαγχολίας — μελαγχολίᾱς , μελαγχολία atrabiliousness fem acc pl μελαγχολίᾱς , μελαγχολία atrabiliousness fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαγχολίαι — μελαγχολία atrabiliousness fem nom/voc pl μελαγχολίᾱͅ , μελαγχολία atrabiliousness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαγχολίαν — μελαγχολίᾱν , μελαγχολία atrabiliousness fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαγχολιῶν — μελαγχολία atrabiliousness fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαγχολίαις — μελαγχολία atrabiliousness fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαγχολίη — μελαγχολία atrabiliousness fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)